ἀμείνων

ἀμείνων, ον, gen. ονος (соmр. к ἀγαθός 1) превосходящий другого (других), лучший; достойнейший (сравн. степень)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀμείνων" в других словарях:

  • αμείνων — ἀμείνων ( ονος), ον (Α) συγκριτικό τού επιθέτου αγαθός 1. ικανότερος, γενναιότερος 2. προτιμότερος, ωφελιμότερος 3. τὰ ἀμείνω το σωστό, το δίκαιο 4. το επίρρ. ἄμεινον και ἀμεινόνως συγκριτικό τού εὖ. [ΕΤΥΜΟΛ. Τύπος συγκριτικού βαθμού τού επιθ.… …   Dictionary of Greek

  • ἀμείνων — better masc/fem nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείνω — ἀμείνων better neut acc comp pl ἀμείνων better neut nom comp pl ἀμείνων better masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείνονα — ἀμείνων better neut nom/voc/acc comp pl ἀμείνων better masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείνους — ἀμείνων better masc/fem nom/acc comp pl ἀμείνων better masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμεινον — ἀμείνων better masc/fem voc comp sg ἀμείνων better neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεινόνων — ἀμείνων better gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεινόνως — ἀμείνων better adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείνονας — ἀμείνων better masc/fem acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείνονες — ἀμείνων better masc/fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείνονι — ἀμείνων better dat comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.